Category Archives: Poetry

Μια Κυριακή πήρα το τρένο


Οι νότες πάλλονται γύρω μου

Και ο ήλιος λάμπει έξω.

Ένα ποτάμι κυλούσε εδώ κάποτε,

Ακούω ακόμα την φωνή του.

Της Κυριακής το όνειρο

Κρατάει ως τη Δευτέρα,

Κι η λύση που βρίσκεις δεύτερη

Συχνά είν’η πιο καλή..

Τα δέντρα ψιθυρίζουμε

 Εδώ θα σου αρέσει!

Χαμογελώ, είναι μια αρχή.

Ας γυρίσουμε τον τροχό ξανά.

The Blood Moon


The Moon rose red

And we slipped through the shadows;

Like wraiths of smoke

Silently twisting.

We ducked under lights

And slipped in the Garden,

And under the nightflower bloom

We sang the old names.

The wind rolled through clouds

The thunder boomed in the east

And still we sang and danced round the tree.

If it was rain that hid us,

As we slipped back to the real,

Who was there to say

How we shone under the Blood Moon?



Dearest fly, you who’re buzzing,

Kindly go, for now, away!

You’re too loud, too distracting,

While I’m trying to read and write.

There are other clients here,

Gossips, tourists and what-have-you;

Why you then prefer us working?

Why this questionable attraction?


In other news, I’m sitting at Starbucks, catching up with my -ahem- blog stalking, and this HUGE fly won’t go away. Is it even huge-fly-season right now?

Τα πέντε αδέρφια και η Βασιλεία


Γνωστό και ως: να τι συμβαίνει όταν διαβάζω ένα αρχαίο Ιρλανδικό κείμενο σε Αγγλική μετάφραση και πίνω καφέ….

Τα πέντε αδέρφια και η Βασιλεία 

Του βασιλιά οι πέντε γιοι

Είχανε πάει κυνήγι

Τρεις μέρες μέσα στο δάσος,

Και τρεις πέρα στον κάμπο,

Και άλλες τρεις γυρνάγανε,

Στον λόγγο σαν χαμένοι.

Δίχως νερό, δίχως κρασί

Η δύναμη τους λείπει.

Μα στα κοντά ακούγανε

Μια πηγή να ρέει.


Πρώτος ο Φέργκους προσπαθεί

Την δίψα του να σβήσει,

Μα φύλακας μπρος στην πηγή

Μια γριά εκεί στέκει.

Μαύρη σαν δαίμονας,

Κυρτή σαν δρυ,

Με μάτια σαν αστέρια,

Στον πρίγκηπα δίνει τιμή

Για το νερό ένα φιλί.

Την δίψα ο Φέργκους προτιμά,

Στ’αδέρφια του γυρνάει.

Ο Όλιολ, ο Μπράιαν,

Κι ο Φιάχρα προσπαθούν,

Την ίδια μοίρα βρίσκουν,

Πριν ο Νιαλ, ο μικρότερος,

Για την πηγή κινήσει.


‘Γεια σου Μητέρα, λίγο νερό.’

‘Για ένα φιλί σου δίνω.

Την αγκαλιάζει, την φιλά,

Μια βροντή ηχά μακριά

Και μπρος του ξάφνου στέκει

Μια κόρη ομορφότερη

Από τα ρόδα του αγρού,

Όλα τ’αστέρια τα’ουρανού,

Της θάλασσας το κύμα.


‘Η Βασιλεία είμαι εγώ,

Η χώρα αυτή σου ανήκει.

Πες στον πατέρα σου, στους αδερφούς,

Πως άξιο σε κηρύττω.’

Μ’αυτά τα λόγια χάθηκε

Και με νερό ο Νιαλ γυρνάει.

Στους αδερφούς του την ιστορία λέει,

Στην Τάρα τον πηγαίνουνε

Και βασιλιά τον στέφουν.

One that makes you larger, one that makes you small


Rest on my table by my bed

In your brightly coloured dress;

Signs of were and is and might still be

All piled together in white and pink.

I may acknowledge but I resent

I want what it was and what it wasn’t.

These days I can’t seem to make

My own mind amidst the contradictions.

It’s not your fault-

Or maybe it is- I know not.

So I keep staring.



Author’s note: I’ve been reading Beowulf. That should prepare you, right?

I sit in my borrow and breathe in the salty air.
My child, my only child, he goes a-hunting again.
That May so long ago, I should have brought
The hawthorn to the hall.
Better luck it would have been
Than the shadow with which I danced.
My sweet wolf-cub, you have your father’s tastes,
The moss was red, on the ground where we lay.
He gave me his sword, heirloom for our child,
A dagger to keep as mine, both tainted
With his kind’s touch. How thankful can my heart be;
I bore no daughter to, like me, foolish me,
Chase shadow in the warm night’s air.
He up and left us like grey smoke,
My monstrous babe and I, having to hide from the world.
I was a fair-haired maid once, my eyes shone too bright.
Now under a lake we hide, my child and I.
My babe, you call for me, who wounded you in the arm?
Your blood has painted the path to our home,
Oh, what shall I do?

Το φως


Όντας φοιτήτρια με ρωτάνε συχνά
Απο χώρα σε χώρα, ποια η διάφορα;
Είναι η γλώσσα, οι τρόποι, τα σπίτια
(κοντά ή ψηλά;)
Κι εγώ γελαω και λέω πως όχι,
Ή μάλλον ναι, είναι όλα αυτά,
Και τα χαμόγελα που άλλοι δίνουν απλόχερα,
Και η κουζίνα και οι τρόποι μεταφοράς.
Μα πανω απ’ολα είναι το φως.
Το φως που ρέει χρυσο στα μάρμαρα της Αττικής
Και σ’αγγαλιάζει σαν παλιός φίλος,
Που παιζει κρυφτό στις ελιές και κανει την θάλασσα να λάμπει.
Το φως στην Αγγλία (κρύο ή ζέστη κι αν κανει)
Το βρίσκω ψυχρό, λευκό κι αστραφτερό σαν πάγο.
Φωτίζει τα παντα, καίει τις σκιές σαν προβολέας σε σκηνή.
Απόμακρος ο βόρειος ήλιος δεν σταματά
Με αυτους που τον καλωσοριζουν λιγα λεπτα να περάσει.

Finding the one


It was the best of times

It was the worst of days

But in the end

So long as we stood together

We could watch the world burn…


That’s what he told her with a smile

As she handed him the match,

And at their feet there stood

Piles of old photographs,

Letters, mementos of people they knew.


There were no tears-

There need not be.

As the smoke spiralled upward

They left the past behind

And hand in hand they walked,

Out to the sunlight,

Out to their own new world.




Το παράθυρο είναι ένας πίνακας

Και ο ουρανός είναι ο καμβάς μου,

Άσπρος, χιονάτος, απλώνεται παντού.

Που και που φως και χρώμα τυλίγονται

Σαν μανόλιες που χορεύουν ανθισμένες,

Ροζ και κίτρινες, στο τραγούδι των πουλιών.



Βρέχει σήμερα κι όλα είναι κρυμμένα

Σ’ένα γκρίζο πέπλο μεταξωτό.

Στον βορρά οι βροντές βρυχώνται,

Όμως εδώ η σιωπή σπάει

Σαν τις σταγόνες στο τζάμι

Η μία μετά την



Η άνοιξη μας ξέχασε μα τα λουλούδια ανθίζουν,

Κροίκοι και νάρκισσοι και κερασιες,

Που το κουράγιο βρίσκουν,

Να ονειρευτούν τον μπλε ουρανό,

Την ζέστη στον αέρα;

Ποιο σιωπηλό ένστικτο τα καθοδηγεί,

Τι ξέρουν μα μας κρύβουν,

Όταν στην μέση του χιονιά φυτρώνουν και ανθίζουν;

The Mirror


A.N: Again Norse-related, again the result of me reading the Prose Edda half-asleep (same session as the previous one as a matter of fact). You could argue this is also the cliff-notes version of the Volva’s prophesy (albeit a lot more biased – I have my favourites, what you’re gonna do about it?). Honestly, I feel like I should be assigning background reading side by side with uploading this, not sure how much of it is obscure if you haven’t read the Eddas….It’s more of a reaction poem, a way of me getting out my frustration with the parts of the mythology that I don’t like. And for the record, when I say All-Father, I don’t mean Odin. Yes, it’s one of his kennings but technically speaking he is like Zeus, a third(+) generation divine being, so in my opinion the title should go to the first, male(-ish?), Creation-initiating figure. Any other points that are unclear, please let me know. 🙂

The mirror
A beautiful mirror hangs over land
Shining reflection of what is below
For ages long it hung un-cracked
Adorned with red gold and ice silver
Bor’s sons did kill the All-Father
A crack was formed on the edge.
With treachery and blood was Asgard’s mortar mixed
The silver then blackened
Trice did the golden maiden burn
Thus did the seer decry
Red gold peeled away, bone marrow was ‘neath
The head’s whisper gave cause
For three children the underworld to claim
The frame groaned under the dwarf thread keeping it together
Wars ravaged the lands, worthy men fell,
Rose and fell again denied respite
See how the glass is dimming?
Gifts unacknowledged do enmity inspire
They are not the bearer’s to give away
Hear you the murmurs in citadels old
None has the power to halt the wheel.
The smoke that hides the beauteous mirror
Reveals what the gazer fears to see
There aren’t oaths enough in the world
To halt the dread maid’s demand for bounty.
See you the cracks as they spread each winter
The dragons awaken one by one
Blood made the world blood will unmake it
But what will the final splinter cause none knows
Three winters have passed the wolf is howling
The volva laughs as underworld opens their gates.